Και όχι μόνο κλαίγοντας,
για τα τρεμάμενα λουλούδια της
κυρίας Νταλογουέι,
αλλά για τα δάκρυα που
επιστρέφουν στην πηγή τους,
σαν να ταξιδεύουν μέσα από
μικροσκοπικές φλέβες ρίζες
μέχρι τη ραχοκοκαλιά ενός
τεράστιου δέντρου,
ένα ταξίδι να μας φωτίζει τη
μηχανική των ρευστών,
τη συμβίωσή τους με τον αέρα που
ανασαίνουμε στον ύπνο –
όλα αυτά είναι σημάδια ανάγκης
για λαβές μέσα στο χρόνο,
από λέξεις που ξεστομίζουν
τέτοιες ώρες στου πρωινού
την γκρίζα γενειάδα του φωτός,
μεταξύ νύχτας κι αυγής,
ενώ σαν θεατρικά ποντίκια αγκαλιάζονταν
και κραύγαζαν
για ζωή, κι εσύ βρίσκεσαι μεταξύ
ενός εσωστρεφούς εαυτού
κι ενός ακόμα που μοιράζεσαι με
τον διπλανό σου
σε ένα κουκούλι νοημάτων ανάμεσα
σε δυο σώματα
που από μέσα τους, ακόμη και στα
όνειρα,
ο χυμός όλων των σκέψεων χύνεται.