Σώπα μάνα
Ξήλωσα κλωστή κλωστή το γκρι μπουφάν του
Πέταξα τα ξυριστικά και το ποτήρι
-εκείνο το πράσινο το πλαστικό που ήταν πάντα γεμάτο αφρό
ξυρίσματος-
Λούστηκα με το άφτερ σέιβ του
Κι ύστερα μπήκα στην μπανιέρα
Να ξεπλύνω τα καμένα πόδια
Τα κομμένα νύχια σύριζα
Κι όλη την τσίκνα από τα κάτουρα της εξώπορτας
Άκου μάνα
Μια φορά – Άκου-
Θα ξανασμίξουν της φωτογραφίας τα κομμάτια
Θα γείρουν τα χαμόγελα
Και θα ‘ναι ανάποδα τα μάτια
Κι όλο το κοκκινάδι του κόσμου δε θα αρκεί
Να υπογραμμίσει τ’ ανορθόγραφα.
Πρώτη δημοσίευση http://staxtes.com/2003/?p=7695