Υπάρχουν λογιών λογιών διαδρομές στην πόλη και γι’ αυτό λογιών λογιών λεωφορεία. Είναι αυτά που σε πηγαίνουν στην παραλία και πήζουν στην κίνηση της παραλιακής λεωφόρου από την άνοιξη μέχρι το καλοκαίρι. Είναι εκείνα που σε πηγαίνουν στο κοντινότερο μετρό – τα λυπάμαι αυτά, είναι σαν σκυταλοδρόμοι καταδικασμένοι να παραδίδουν πάντα στον πιο γρήγορο. Είναι εκείνα που κινούνται μέσα στην πόλη. Εκείνα που ενώνουν πόλεις. Εκείνα που κάνουν κυκλικές διαδρομές. Άλλα τα παίρνεις για δύο στάσεις γιατί βαριέσαι να περπατήσεις, άλλα για να σε πάνε στη δουλειά, άλλα πρωινά, άλλα εξπρές, άλλα βραδινά.
Η
βασικότερη νόσος των λεωφορείων είναι το γνωστό σε όλους μας στριμωξίδι.
Υπάρχουν κι άλλες, όπως ο έντονος θόρυβος της μηχανής στα πιο παλιά απ’ αυτά ή
η αφόρητη ζέστη στις πίσω θέσεις ή τα παράθυρα που δεν ανοίγουν ή τα ανοιχτά
παράθυρα, ενώ υπάρχει κλιματισμός.
Αναλόγως
το λεωφορείο που θα πάρεις, θα πάσχεις για λίγο από το ανάλογο είδος νόσου.
Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως θα έπρεπε να είναι αυτός ο τρόπος να ξεχωρίζει
κανείς τα λεωφορεία μεταξύ τους.
-Ποιο
περιμένετε;
-Το
χαλαρό, δίχως γκρίνια, με πολλές φωνές εφήβων. Μήπως πέρασε;
-Όχι.
Μόλις πέρασε το πήχτρα στους γραβατωμένους κυρίους με ταμπλέτες.
Όμως
αυτό θα αύξανε κατά πολύ τις λέξεις που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει κανείς για
να ρωτήσει οτιδήποτε, γεγονός που εμένα προσωπικά δε θα μου άρεσε καθόλου.
Οπότε ας μείνουμε στον κλασσικό τρόπο με τους αριθμούς και τα γράμματα, για να
μην μπούμε σε περισσότερους μπελάδες.
Το
909 πάντως, θα το έλεγαν ΤΙΓΚΑ ΣΤΟΥΣ ΟΡΘΙΟΥΣ ΓΕΡΟΥΣ ΚΑΡΚΙΝΟΠΑΘΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ
ΠΙΤΣΙΡΙΚΙΑ ΣΑ ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΟΝΤΑΙ. Αυτό το λεωφορείο ξεκινά από ένα νοσοκομείο μίας
πόλης για να καταλήξει σε ένα άλλο μιας άλλης πόλης. Η διαδρομή του μοιάζει μ’
εκείνη ενός σχολικού, που όμως, αντί για πιτσιρικάδες με τσάντες, μαζεύει από
τους δρόμους μασκοφόρους γκρινιάρηδες, που επικαλούνται τη μάνα τους, όχι γιατί
δε θέλουν να πάνε σχολείο σήμερα, αλλά έτσι, για παρηγοριά.
Τι
είδους παρηγοριά τώρα μπορεί να προσφέρει ένα δημόσιο ωχ, μάνα μου δεν είμαι σε θέση να το ξέρω και σίγουρα δεν το
καταλαβαίνω. Κανένας απ’ αυτούς δεν έχει φιλοτιμηθεί ποτέ να τελειώσει αυτή τη
φράση του. Ωχ, μάνα μου, τι; Μπορώ να
υποθέσω ίσως πως μια συνέχεια της φράσης τους θα μπορούσε να είναι το έρχομαι. Ωχ, μάνα μου, έρχομαι.
Αν
λάβουμε υπόψη την ηλικία, προφανώς αυτή η ωχ,
μάνα μου, είναι στα θυμαράκια. Ενδεχομένως, λοιπόν, ένα έρχομαι να σημαίνει: σε λίγο θα κοιτάω κι εγώ τα ραδίκια ανάποδα,
οπότε ωχ, μάνα μου προετοιμάσου. Ή άναψε
το θερμοσίφωνο. Ή τα λέμε σε λίγο από
κοντά. Σε κάθε περίπτωση, το ξεστομίζουν πολύ βαριά αυτό το ωχ, μάνα μου, οπότε θα μπορούσε κανείς
να μετονομάσει αυτό το λεωφορείο σε ΤΟ ΑΓΚΟΜΑΧΟΝ ή Η ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΩΝ ή
ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. Πολύ μακάβρια ονόματα όμως για όλα τα
πιτσιρίκια που σα δεν ντρέπονται.
Η
μόνη υπενθύμιση ότι βρίσκεσαι σε ένα αστικό λεωφορείο και όχι σε μια βάρκα που
σε περνάει απέναντι σιγά σιγά, είναι αυτά τα πιτσιρίκια. και ειδικά εκείνα που
έχουν μπει στο λεωφορείο σε μια από τις πρώτες στάσεις και έχουν βρει θέση να
κάτσουν.
Τα
βλέπεις να συζητάνε, να γελάνε, να αναρωτιούνται πώς θα καταφέρουν να φτάσουν
ως την πόρτα όταν πλησιάζουν στη στάση που κατεβαίνουν, με τόση ορμή και
ζωτικότητα, που όλοι εκείνοι οι μασκοφόροι το εκλαμβάνουν σα φάλτσα νότα στη
χορωδία τους. Τα επικριτικά τους βλέμματα πάνε κι έρχονται όπως τα σώματά τους
σε κάθε σταμάτημα και ξεκίνημα του λεωφορείου. Δεν τους χρειάζεται να πιαστούν
απ’ τις χειρολαβές, αφού στηρίζονται ο ένας στον άλλον, κι έτσι σαν ένα σώμα,
αγκυροβολούν τα μάτια τους στα πιτσιρίκια, κι ανάμεσα στα
αγκομαχόντα ωχ, μάνα μου, ακούς να
ψέλνουν ζηλόφθονα την υποτιθέμενη ντροπή της νεολαίας.
Στο
τέρμα πια, ανοίγουν οι πόρτες και ξεχύνονται σαν κυρτωμένοι έφηβοι που πάνε
εκδρομή κι όλοι μαζί κατευθύνονται στην είσοδο του νοσοκομείου. Τα παιδιά από
την άλλη, έχουν κατέβει με όλα τα γέλια τους και το θράσος της ηλικίας τους,
μερικές στάσεις νωρίτερα και περπατώντας έχουν φτάσει στη θάλασσα.
Και
να ‘μαι τώρα εγώ, να κατευθύνομαι στην είσοδο του νοσοκομείου. Πηγαίνω στο
γκισέ. Βγάζω εισιτήριο. Σε λίγα λεπτά βρίσκομαι στο ιατρείο. Γυμνή απ’ τη μέση
και κάτω. Φορώντας ακόμα τις κάλτσες και τα παπούτσια μου. Η γιατρός να μιλάει
στο τηλέφωνο κι εγώ να κοιτάζω απ’ το παράθυρο πως λαμπυρίζει ο ήλιος πάνω στη
θάλασσα.
Πρώτη δημοσίευση: http://www.bonsaistories.gr/2154-2/
Πρώτη δημοσίευση: http://www.bonsaistories.gr/2154-2/
